κατερείπω

κατερείπω
κατερείπω
1 cast down ἔδοξ[ε γὰρ] τεκεῖν πυρφόρον ἐρι[ ] Ἑκατόγχειρα, σκληρᾷ [ ] Ἴλιον πᾶσάν νιν ἐπὶ π[έδον] κατερεῖψαι (v. τίκτω) Πα. 8A. 23.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • κατερείπω — throw pres subj act 1st sg κατερείπω throw pres ind act 1st sg κατερειπόω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) κατερειπόω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερείπω — (AM) μετατρέπω κάτι σε ερείπιο, γκρεμίζω, κατερειπώνω (α. «σεισμοὶ κατήρειψαν πολὺ τὰς κατοικίας», Στράβ. β. «Τροία κατερείπεται καπνῷ τρυφομένα δορίκτητος Ἀργεΐων», Ευ ρ.) αρχ. 1. μτφ. διαφθείρω («γάμου καὶ παιδοποιΐας..., ἃ καὶ σὲ κατερείπει… …   Dictionary of Greek

  • κατερείψει — κατερείπω throw aor subj act 3rd sg (epic) κατερείπω throw fut ind mid 2nd sg κατερείπω throw fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερηριμμένα — κατερείπω throw perf part mp neut nom/voc/acc pl κατερηριμμένᾱ , κατερείπω throw perf part mp fem nom/voc/acc dual κατερηριμμένᾱ , κατερείπω throw perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερειπομένων — κατερείπω throw pres part mp fem gen pl κατερείπω throw pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερείπει — κατερείπω throw pres ind mp 2nd sg κατερείπω throw pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερείπουσιν — κατερείπω throw pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) κατερείπω throw pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερηριμμένον — κατερείπω throw perf part mp masc acc sg κατερείπω throw perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερηριμμένων — κατερείπω throw perf part mp fem gen pl κατερείπω throw perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερήριπε — κατερείπω throw perf imperat act 2nd sg κατερείπω throw perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερήριπεν — κατερείπω throw perf ind act 3rd sg κατερείπω throw plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”